Ο παλαιός Καραμανλής είχε γράψει και δηλώσει κατ’ επανάληψη ότι ο μόνος λόγος που μας έβαλε στην τότε ΕΟΚ ήταν ένας και μοναδικός: Να απαλλαγούμε από το μόνιμο πολιτικό πρόβλημα που κατέτρωγε την Ελλάδα έως τότε. Και αυτό το πρόβλημα ήταν η ανυπαρξία δημοκρατικών θεσμών στο εσωτερικό. Το σαράκι μας.
Πράγματι, από το 1977 και μετά η μία κυβέρνηση διαδεχόταν την άλλη ομαλά με θρησκευτική τήρηση του Συντάγματος της χώρας. Τώρα πλέον δεν ήμασταν αθέατοι, είχαμε κοινό. Το ευρωπαϊκό κοινό. Και οι θεσμοί λειτουργούσαν άψογα.
Κάπου στην πορεία η ΕΟΚ μεταλλάχθηκε. Η Γερμανία την είδε ως εργαλείο για την επανένωσή της. Και το κατάφερε. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έφτιαξαν το ECU, μετά το ευρώ, το οποίο με την έκδοση ομολόγων χρηματοδότησε την επανένωσή της. Ταυτόχρονα η Γερμανία εξήγαγε ότι πληθωρισμό είχε.
Η Ελληνική πολιτική ηγεσία κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1990 έκανε ένα βασικό λάθος. Υπέθεσε ότι η Ε.Ε. από εργαλείο διατήρησης της εσωτερικής πολιτικής σταθερότητας θα μπορούσε να αποτελέσει και μοχλό οικονομικής ανάπτυξης.
Αυτό δεν λειτούργησε. Ο λόγος είναι ότι δεν είχαμε την κατάλληλη πολιτική ηγεσία κατά τη δεκαετία 1998 – 2008. Αντί να χρησιμοποιήσει το σκληρό ευρώ για μια εκ βάθρων αλλαγή της οικονομίας, πράγμα που προϋπέθετε άπειρο πόνο για τα κόμματα, αρκέστηκε σε λαϊκίστικες μικροπολιτικές και παροχές.
Τώρα οι Γερμανοί μας υπενθυμίζουν με μάλλον ενοχλητικό τρόπο εκείνο το λάθος της πολιτικής μας ηγεσίας του 1998.
Ο κύκλος μας στην Ευρωζώνη τελείωσε. Θα πρέπει να βρεθεί μια φόρμουλα να βγούμε απ’ την Ευρωζώνη χωρίς να βγούμε απ’ την Ε.Ε.
Το κακό είναι ότι με μοχλό την Ευρωζώνη η Γερμανία θα επιδιώξει είτε την άλωση ολόκληρης της Ε.Ε ή την πλήρη υποβάθμισή της. Μάλλον το δεύτερο.
Κατά συνέπεια ό,τι υπηρεσίες είχε να μας προσφέρει η Ε.Ε., μας τις προσέφερε και αποκομίσαμε έναν ομαλό πολιτικό βίο σε αντίθεση με αυτόν των δεκαετιών του 1950 και 1960.
Οι δηλώσεις Σόϊμπλε με την επέμβαση στα εσωτερικά μας, ακυρώνουν ακριβώς το λόγο για τον οποίο σχεδιάστηκε η συμμετοχή μας σ’ αυτό τον ευρύτερο σχηματισμό κρατών.