Αυτή τη φορά οι εκπλήξεις μου από Ελβετία και Ολλανδία ξεπέρασαν κάθε όριο και κάθε προσδοκία.
Ξεκίνησα λοιπόν 31 του Ιούλη με το δικό μου ολοκαίνουργιο αυτοκίνητο από Αθήνα για Πάτρα και από εκεί για Βενετία. Όπως υποσχέθηκα στον εαυτό μου πέρυσι, έδειξα το μεσαίο δάχτυλο στις σκορδοχώρες των Βαλκανίων και πάτησα κατ’ ευθείαν Ιταλικό έδαφος. Αυτές δεν θα δούνε ούτε σεντς από μένα εις τον αιώνα των αιώνων.
Πρώτη διανυκτέρευση στη Γενεύη. Ο πλούτος, η ισχύς, η δύναμις και η δόξα. Τεθωρακισμένες Bentley και RR στην παραλιακή της. Versions αυτοκινήτων που λες ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν. Οι καγιέν που εδώ θεωρούνται ξεχωριστές, εκεί είναι χρέπια. Οι μουσουλμάνες με τις μαντήλες πανταχού παρούσες με τσάντες στον ώμο που η φτηνότερη ξεκινά από 3000 ευρώ.
Ο καθένας μας έχει να διηγηθεί μια εμπειρία γνωριμίας με κάποιον εξαιρετικά πλούσιο που έχει πύργο. Εδώ όμως μιλάμε για μάζες τέτοιων ανθρώπων. Είναι διαφορετικό. Τίποτε δεν μου θύμισε Βουκουρεστίου ή Κηφισιά όπως το γυφτοπρηγκιπάτο του Μονακό πέρυσι. Στη Γενεύη τα μεγέθη φεύγουν προς τα πάνω. Για να σταθείς πρέπει να έχεις εισόδημα, όχι αστεία.
Βέβαια, η Γενεύη έχει και την πανυγηρτζίδικη πλευρά της από την κάτω πλευρά της παραλιακής. Λειτουργεί κάπως σαν κριτική σάτιρα της πάνω πλευράς. Φο μπιζού, μαλί της γριάς και λούνα πάρκ. Αλλά όλα καλοβαλμένα, όχι γύφτικα όπως εδώ.
Το μποτιλιάρισμα μέσα στη Γενεύη είναι χειρότερο απ’ του Κηφισού. Δεν λείπουν οι νεαροί, πανταχού παρόντες άραβες, με τις φεράρι και τις λαμποργκίνι. Νούμερα πάντα Dubai και κάνουν χωσιές ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Στη Γενεύη είδα μετά από πολλά χρόνια απροκατάληπτες και θετικές αναφορές στην Αμερική. Αυτές έχουν εξαφανιστεί απ’ όλη την Ευρώπη και φυσικά απ’ το γκρίιις.
Αναχώρηση στις 14:00 από Γενεύη και προορισμός για τα ενδότερα της Ελβετίας, ανατολικά της λίμνης. Είχαμε ήδη κλείσει ένα σαλέ κοντά στο Γκστάαντ. Αλλά που να φανταστώ ότι χρειαζόμουν GPS το οποίο δεν είχα. Ο χάρτης άλλα αντί άλλων.
Πήρε να σουρουπώνει και βρίσκομαι χαμένος μέσα στα Ελβετικά βουνά. Μιλάμε για βουνό όχι αστεία. Ο δρόμος ανηφορικός, χειρότερα από Πήλιο, και να στενεύει διαρκώς. Ίσα ίσα χωράνε δυο αυτοκίνητα. Σούρουπο διαρκείας (εκεί νυχτώνει κατά τις 22:00), πυκνό δάσος με έλατα, δρόμος στενός, αέρας να σφυρίζει και κρύο κατακαλόκαιρο.
Ξάφνου βλέπω εμπρός μου δυο μεγάλες ξύλινες κουκουβάγιες μέσα στο δάσος. Και τότε θυμήθηκα. Το “Ελβετία” είναι παραφθορά του “Αλουετία”. Ήδη ο Πλούταρχος μιλούσε για τους χαζούς και αφελείς Αλουέτιους των βουνών. Αλουέτ είναι η κουκουβάγια. Επομένως το νόημα του ονόματος της χώρας είναι “Κουκουβαγία” ή “Γλαυκία”. Και πράγματι η κουκουβάγια σαν σύμβολο υπάρχει παντού στην μέσα Ελβετία. Κάτι σαν αντικείμενο λατρείας.
Συνεχίζω την ατελείωτη ορεινή διαδρομή μου. Ο χάρτης πλέον δεν πιάνει μία. Προχωρώ μόνο με την εις άτοπον απαγωγή. Έχει πάει 21:00 και σκοτεινιάζει. Βρίσκομαι στο μέσον μια έρημης χαράδρας. Αριστερά και δεξιά πανύψηλες χορτολιβαδικές βουνοπλαγιές. Πιο πάνω σκοτεινό δάσος και ακόμη πιο πάνω μυτερές βραχώδεις θεόρατες κορυφές. Άνθρωπος ή οίκημα ούτε για δείγμα.
Ξάφνου στην επόμενη στροφή ένας μικρός οικισμός. Ένα καντηλέρι φωτίζει αδύναμα την ξύλινη ταμπέλα ενός “inn”. Σταματάω πανικόβλητος και μπαίνω μέσα να ρωτήσω που είναι επιτέλους το μέρος που ψάχνω. Περιμένω να δω ανθρώπους ντυμένους με ρούχα του 15ου αιώνα. Όχι. Το ισόγειο είναι μια “Irish Tavern“. Και είναι όλοι ντυμένοι σαν να πρόκειται να πάνε σε όπερα. Σιωπή και με κοιτάνε όλοι. Εγώ, με την πλαστική παντόφλα, τη φανέλα και τη νάυλον βερμούδα, στους 9 βαθμούς Κελσίου σε υψόμετρο 1050 μ., μέσα στα Ελβετικά βουνά ανάμεσα σε ανθρώπους με παπιγιόν και τουαλέτες να ρωτάω αγγλικά κάτι και να μην καταλαβαίνει κανείς γρι. Σουρεαλισμός.
Την πάτησα δεύτερη φορά. Αγγλικά μιλάνε μόνο οι ξενοδοχοϋπάλληλοι και οι πανεπιστημιακοί. Α, και οι αγγλοσάξωνες. Κανείς άλλος. Στην Ευρώπη μιλάνε Γαλλικά και Γερμανικά. Αν μιλήσεις αγγλικά σε κοιτάνε σαν δουλοπάροικο αποικίας. Ξυνίζουν και φαίνεται. Άλλωστε δουλοπρεπή είναι και τα δύο επαγγέλματα που προανέφερα.
Υιοθετώντας την παγκόσμια γλώσσα της παντομίμας ρωτώ την ταβερνιάρισα που φορούσε διπλή σειρά μαργαριτάρια και τουαλέτα προς τα πού πέφτει αυτό το χωριό. Ευγενέστατα μου εξήγησε ότι ήταν το επόμενο.
Επιτέλους βλέπω το χωριό. Όπως μπήκα μου φάνηκε οικισμός παρά χωριό. Και τώρα τα δύσκολα, να βρω το σπίτι. Όλη η αριστερή χορτολιβαδική βουνοπλαγιά ήταν διάσπαρτη με τα κλασικά διόροφα ελβετικά chalet. Με μόνο στοιχείο το όνομα του σαλέ ήταν αδύνατο να το βρω. Παίρνω στο κινητό την landlord. Ευτυχώς απάντησε. Δυστυχώς γρι αγγλικά. Ούτε καν “my name is…“. Ζε νε πα κομπράντ, συνέχεια ξανά και ξανά. Δίνω το κινητό στη γυναίκα μου νευριασμένος, πανικοβλημένος, φοβισμένος, θυμωμένος. “Βγάλτα πέρα και συνεννοήσου εγώ δεν μπορώ” της λέω. Αποκάλυψη. Η γυναίκα μου ξέρει γαλλικά. Το μαθαίνω μόλις εκείνη τη στιγμή. Άφωνος. Λέει στην landlord να έρθει να μας πάει στο σπίτι. Ορίζει σημείο συνάντησης την κλασική προτεσταντική εκκλησία στο κέντρο.
Εκεί, μπροστά στην εκκλησία, στο ημίφως, την ορεινή ερημιά, σε μια ελβετική χαράδρα με τον αέρα να σφυρίζει μες τα έλατα και τους 9 βαθμούς τα ξεχνάω όλα και παίρνει μπρος ο παρανοϊκός έλληνας. “Γιατί δεν μου είπες τόσα χρόνια ότι ξέρεις Γαλλικά; Τι άλλο δεν ξέρω; ΤΙ ΑΛΛΟ;” Ένα ζευγάρι με ένα σκύλο που εμφανίστηκε από ένα δρομάκι, έκανε μεταβολή και εξαφανίστηκε. Πρέπει να έδειχνα σαν μισότρελος φωνάζοντας μια ακατανόητη γι’ αυτούς γλώσσα και χειρονομώντας έντονα.
Σε δέκα λεπτά έρχεται και η landlord μας. Δεν έχω ξαναδεί τέτοια βλαχάρα. Αυτή δεν πρέπει να έχει βγει ποτέ από αυτά τα βουνά. Τη στιγμή εκείνη έβγαινε και κόσμος απ’ την εκκλησία. Μες το σκοτάδι, ντυμένοι σαν να ήταν σε όπερα. Με σειρά και με τάξη. Σαν σε πομπή. Από τα αυτοκίνητα έβλεπα πως δεν υπήρχε ίχνος άλλης εθνικότητας, Γάλλων ή Γερμανών. Μόνο Ελβετοί. “Λες να μας θυσιάσουν τελετουργικά;” αναρρωτήθηκα σοβαρά. Αποκτώντας ξαφνικά μια επίγνωση του πόσο μακρυά είμαι από οποιοδήποτε ίχνος αστικής ζωής, σε μια ξένη χώρα (ούτε καν EU) μες τα βουνά και τις ερημιές, έγινα νευρικός. Βλέποντας τις σκοτεινές φιγούρες της πομπής να απομακρύνονται μες το σκοτάδι σαν μόλις να έχουν χορτάσει αίμα αθώων τουριστών, άσχημες σκέψεις άρχισαν να μου περνάνε.
Η αλουέτια βλαχάρα μας οδήγησε στο σαλέ. Πάρκαρα έξω από το μοναχικό σπίτι. Περπατούσε τόσο γρήγορα στην ανηφοριά που έφτασε λίγο πιο πριν από μένα. Κοιμήθηκα όπως όπως με την πόρτα διπλοκλειδωμένη, στο χέρι ένα σουγιά και στο κομοδίνο ένα σπρέυ για βιαστές πίσω από την ξύλινη διακοσμητική κουκουβάγια. Ονειρεύτηκα κουκουβάγιες.
Οι φόβοι μου δεν ήταν εντελώς αδικαιολόγητοι. Πολλά χιλιόμετρα πριν, σε κεντρική αρτηρία, σταμάτησα σε ένα ερημικό πάρκιγκ. Μετά από λίγο σταμάτησε κι ένα άλλο αμάξι. Βγήκε από μέσα ένας χοντρός, φαλακρός, με μουστάκι και φορούσε στρατιωτικό αμπέχωνο, μίνι, καλτσόν και γόβες. Κατούρησε δημόσια κι έφυγε. (Σ’ αυτό το ποστ δεν κάνω ίχνος αστεϊσμού).
Ως συνήθως της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά. Με ξύπνησαν … κουδούνια. Όλη η πλαγιά πάνω απ’ το σπίτι μου ήταν φίσκα στην αγελάδα και την κατσίκα που βοσκούσαν ανελέητα. Οι μυστηριώδεις πομπικές φιγούρες της νύχτας αποδείχτηκε ότι ήταν απίστευτα φιλόξενοι και καλάγαθοι άνθρωποι, που μας έλεγαν μπονζούρ σε κάθε μας βήμα. Βαρεθήκαμε τα καλοσυνάτα χαμογελαστά μπονζούρ.
Τότε κατάλαβα ότι ο επικίνδυνος εκεί ήμουν εγώ. Κανείς άλλος.
Το τοπίο που τόσο με είχε φοβίσει τη νύχτα ήταν ότι πιο ήσυχο, ειρηνικό και ειδυλιακό έχω δει ποτέ μου. Παραμυθένιο, σαν του Disney. Εκεί οι άνθρωποι βλέπουν τους αιώνες να περνούν χωρίς πολέμους, χωρίς διεθνείς κρίσεις. Βλέπουν τη ζωή στην ουσία της και στην απλότητά της. Χαμογελούν συνέχεια. Είναι ευτυχείς. Σφυρίζουν σκοπούς στον εξοχικό δρόμο πάνω στο ποδήλατο πηγαίνοντας στο σούπερ μάρκετ που έμοιαζε με αχυρώνα απ’ έξω και με φαρμακείο από μέσα.
Εδώ πρέπει να πω κάτι. Όλη η Ευρώπη, από Μιλάνο μέχρι Δανία μυρίζει βουστάσιο. Η μυρωδιά της Ευρώπης δεν είναι Channel No5. Είναι φρέσκια κοπριά. ΠΑΝΤΟΥ. Οι ευρωπαίοι ουδέποτε εγκατέλειψαν την πεποίθηση πως ο πλούτος βρίσκεται στα ζώα και στη γη. Η Ελβετία είναι πιταρισμένη στην αγελάδα στην κατσίκα, στο αμπέλι, στο βερύκοκο (καλά ακούσατε), στο μήλο. Κάθε σπιθαμή γης τους είναι αποτελεσματικά παραγωγική. Μόνο στην κωλοελλάδα οι παραγωγοί πήραν τις επιδοτήσεις και άνοιξαν καφετέριες.
Οι Ελβετοί δεν ξέρουν καν κατά που πέφτει η Eλλάδα. Τη λέξη “Αθήνα” δεν την ξέρουν. Κάπου σε μια διατύπωση την έγραψαν “Ατρίνα“. Τη σημαία τους την έχουν παντού — εκνευριστικά παντού.
Η Λωζάννη δεν μου είπε τίποτε σαν πόλη. Μάλλον ανιαρή και δευτεροκλασάτη. Η Ζυρίχη όμως είναι άλλη υπόθεση. Στις καλές της συνοικίες ο πλούτος είναι ακόμη μεγαλύτερος απ’ αυτόν της Γενεύης. Μέσα στην πόλη είχε ένα πολύ δύσκολο σημείο όπου διέρχονταν τραμ, αυτοκίνητα και πεζοί ταυτόχρονα. Είχα πορτοκαλί που αναβόσβηνε και για να αποφύγω το τραμ αναγκάστηκα να περάσω τη διάβαση μη δίνοντας προτεραιότητα σε έναν πεζό. Καθώς πρέπει κύριος. Μου χτύπησε με γροθιές το αυτοκίνητο.
Σ’ εκείνο τον κόμβο ο μόνος προβληματικός ήμουν εγώ. Όλοι συγχρονίστηκαν εκτός από μένα. Αυτό και κάποια άλλα περιστατικά μου έδειξαν ότι ανήκω σε μια φυλή με μικρότερο συλλογικό IQ, παρά τα δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα που έχω γράψει στην Ευρώπη εδώ και αρκετά χρόνια. Του έλληνα, αν δεν του δείξεις που να πάει ακριβώς, θα τα σκατώσει. Οι ευρωπαίοι, πιο ξύπνιοι, μπορούν να ανταπεξέρχονται σε καταστάσεις ασάφειας.
Οι αλουέτιοι στους στενούς επαρχιακούς ορεινούς δρόμους οδηγούν σαν αφιονισμένοι. Ενώ ο δρόμος δεν πάει με πάνω από 60 χλμω σε πιέζουν με κόρνες και φώτα να πας τουλάχιστον 100 χλμω.
Πανέμορφη πόλη βρήκα την Βέρνη, ιδίως τα προάστιά της. Εκεί είδα και το σπίτι του Einstein. Φτωχόσπιτο, παταράκι μια σταλιά. Δύσκολο να πιστέψεις πως μια τόσο μεγάλη θεωρία βγήκε από ένα τόσο δα μικρό δωματιάκι. Ίσως σ’ αυτό να συνέτρεξε και ότι βρισκόταν σ’ ένα παραδοσιακό δρόμο πενήντα μέτρα πιο πέρα από το ρολόι της πόλης στο οποίο ακριβώς 4 λεπτά πριν κάθε ώρα βγαίνουν κάτι μπαρμπαδάκια.
Οι αλουέτιοι γενικά με εξέπληξαν. Περίμενα να τους βρω πιο γερμανοτέτοιους. Αντίθετα ήταν πιο τσαχπίνηδες, πιο ξύπνιοι, μπαίναν πιο εύκολα στο νόημα.
Τα χιλιόμετρα στην Ελβετία δεν βγαίνουν εύκολα. Δεν ρολάρουν, είναι βαρειά. Οι δρόμοι τους είναι κάπως. Και βουνό. Πολύ βουνό ρε παιδιά. Οι χώρες Ελβετία, Γερμανία και Ολλανδία χωρίζονται αυστηρά εδαφολογικά. Η Ελβετία ορεινή, η Γερμανία λοφώδης και η Ολλανδία τάβλα. Στα σύνορα ούτε που σε κοιτάνε. Οι ελβετοί υπάλληλοι παίζαν Nintendo.
Οι τράπεζές τους πολύ σοβαρές. Τις συναλλαγές τις κάνουν με ένα περίεργο τρόπο. Τους λες τι θέλεις και όλα τα υπόλοιπα τα κάνουν μπροστά σου εξηγώντας σου ΠΟΛΥ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ το κάθε βήμα όσο τετριμμένο κι αν είναι, ακόμη κι αν πρόκειται να πάνε ένα μονόλεπτο από εδώ εκεί.
Έκατσα 11 μέρες στην Ελβετία. Γύρισα όλη τη δυτική χώρα. Ήσυχο μέρος. Έχουν βέβαια κι αυτοί τις ανησυχίες τους για την παγκόσμια κατάσταση, την οικονομία και τα σχετικά. Αλλά η ματιά τους είναι κάπως πιο κοσμοπολίτική απ’ της Ευρώπης.
Οι Ελβετοί κοιτάνε υφήλιο, όχι μόνο Ευρώπη. Δεν τους χαλάει να κάνουν μπίζνες με τον οποιονδήποτε. Σαν χώρα μου φάνηκε μη αυτόνομη. Περισσότερο σαν κρυφή συνεννόηση Γαλλίας, Γερμανίας και Ιταλίας να φτιάξουν ένα μέρος για φορολογικούς και αμυντικούς λόγους. Το ξέρω, η ιστορία δεν τα λέει έτσι, αλλά λέω τι μου φάνηκε.
Μετά ανηφόρησα. Με τη μία, σε 12 ώρες, βρέθηκα Ολλανδία.
Η Γερμανία περνιέται πολύ άνετα μονοκοπανιά, είναι εξαιρετικά φιλική για τους ξένους, δεν χρειάζεται βάουτσερ.
Στη θρυλική αούτομπαν το πάτησα γερά. Έχοντας συμπληρώσει 3000 χλμ, πήγαινα 180 σταθερά. Αλλά δεν μπορείς να τρέξεις πολύ λόγω κίνησης. Όλο και κάποιος βγαίνει στην αριστερή και πέφτεις στα φρένα. Πολύ κίνηση.
Οι αούτομπαν της Γερμανίας είναι χειρότερα από τον Κηφισό. Έξω από Ντύσελντορφ, που είναι πολύ μεγάλος κόμβος, πηγαίναμε με 120 χλμω, απόσταση 1 μέτρο από τον μπρος, τον πίσω, τον αριστερά και τον δεξιά. Ένας συμπαγές μποτιλάρισμα με 120. Τα νεύρα τσατάλια. Γι’ αυτό κι όταν εκεί γίνονται καραμπόλες πέφτουν 200 και 300 αμάξια. Βοηθάει όμως το ότι οι Γερμανοί είναι πολύ συνετοί οδηγοί.
Ξανά και ξανά το εξής σκηνικό: Αναπτύσσεις και ο μπροστά σου είναι στα 300 μέτρα. Ξάφνου βγαίνει απ’ τη μεσαία ένας μπροστά απ’ τον μπροστά σου, πέφτει αυτός στα φρένα, πέφτει ο μπροστά σου πέφτεις κι εσύ. Όταν αυτό γίνεται μία, γίνεται δύο, γίνεται δέκα, κάποια στιγμή αγανακτάς και παύεις να τρέχεις.
Η κίνηση κόπασε κάπως καμιά εκατοτή χιλιόμετρα πριν τα σύνορα με Ολλανδία. Εκεί το φχαριστήθηκα. Χαλαρά 220 σε άδειο δρόμο καρφί. Στάση πέντε χιλιόμετρα πριν τα σύνορα. Ζέστη, αποπληξία, 36 βαθμοί. Εκεί η ζέστη είναι άσχημη, όχι όπως εδώ.
Σύνορα βέβαια δεν υπήρχαν. Στην Ολλανδία καταλαβαίνεις ότι μπήκες από τις τετραπλές κάμερες που υπάρχουν ανά εκατό μέτρα (μετρημένο). Το όριο 120 χλμω και το τηρούν όλοι. Μία παράβαση που πέτυχα και δεν σταμάτησε, τον έβγαλαν έξω, τον ξάπλωσαν κάτω και του βάλαν το γόνατο στο λαιμό.
Η Ολλανδία είναι η χώρα ζελατίνα. Όλα είναι λες και μόλις βγήκαν από ζελατίνα. Ολοκαίνουργια. Τσίλικα. Γυαλίζουν. Δρόμοι, σήματα, δέντρα, άσφαλτος, σπίτια, αυτοκίνητα, κτίρια. Η χώρα είναι ένα τεράστιο πάρκο κυκλοφοριακής αγωγής. Η χώρα playmobil. Υποδειγματικά τα πάντα στη θέση τους. Επίσης, το εναλλακτικό της όνομα είναι ποδηλατοχώρα. Τα πάντα για τον ποδηλάτη και το ποδήλατο. Παντού ξεχωριστοί δρόμοι, σήματα και φανάρια για ποδήλατο.
Επίσης είναι και τελείως επίπεδη. Το ψηλότερο μέρος που είδα ήταν τρία μέτρα και ήταν τα τεχνητά αναχώματα για τους ανισόπεδους κόμβους. Το μάτι σου γυρνάει γύρω γύρω και βλέπει κάμπο και ορίζοντα. Ασυνήθιστο για έλληνα που είναι συνηθισμένος το μάτι του να κόβεται πάντα από βουνά. Στους αγρούς τους κυκλοφορούν ζαρκάδια, λαγοί και πέρδικες.
Ο καιρός τους είναι περίεργος. Πρέπει να συμβαίνει συνεχώς μίξη θερμών και κρύων μαζών αέρα με αποτέλεσμα να σχηματίζονται συνεχώς νέφη cumulus τα οποία διαλύονται αμέσως. Και σ’ όλη τη χώρα φυσάει ένας διαρκής μπάτης. Μυρίζει θάλασσα παντού.
Βλέπει στη βόρειο θάλασσα. Δεν είναι ούτε για φτύσιμο. Κρύα και βρώμικη. Αλλά αυτοί κάνουν μπάνιο. Οι παραλίες τους είναι πάρα πολύ αξιοποιημένες. Μαγαζιά σε μήκος χιλιομέτρων με πολύ νόστιμα θαλασσινά.
Η πρωτεύουσά τους, το Άμστερνταμ, είναι διεθνές κέντρο εμπορίου. Υπάρχουν καλές ευκαιρίες για αγορά διαμαντιών. Πήρα. Εκεί είναι και τα coffee shops. Μπαίνεις μέσα και ζητάς μαλακά ναρκωτικά. Δεν είναι νόμιμα. Απλά υπάρχει η ανοχή της αστυνομίας (που τριγυρνάει με ποδήλατα), η οποία περνάει απ’ έξω και δεν δίνει σημασία. Μπήκα κι εγώ να … καπνίσω.
Δεν είχα ξαναδοκιμάσει ποτέ τίποτε στη ζωή μου Μου φέρνουν κατάλογο. Το μάτι μου πέφτει πάνω σ’ ένα πολύ φανταιζί όνομα, λεγόταν Lebanon gold ή κάπως έτσι. Ήταν το ακριβότερο και είπα από μέσα μου, τουλάχιστον δεν θα είναι φτηνιάρικη σκαρταδούρα να πάθουμε τίποτε και σε ξένο μέρος ποιον να βρεις και τι να συνεννοηθείς.
Περίμενα ένα άφιλτρο τσιγάρο, όπως στις ταινίες. Μου φέρνουν δύο πολύ λεπτές πλάκες σαν σοκολατάκια που δίνουν μαζί με τον καφέ. Τα κοίταγα για δέκα λεπτά με απορία. Έσπασα λίγο και το ένα στην άκρη. Θρυμματιζόταν πολύ εύκολα. Τον ξαναφωνάζω και τον ρωτάω τι πρέπει να κάνω με αυτά. Με ρωτάει αν είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζω ναρκωτικά. Προφανές του λέω, και γυρνάει πίσω με ένα όργανο σαν μικροσκόπιο. Θα το βάλεις εδώ, θα το ανάψεις και θα ρουφάς. Και αφού είναι η πρώτη φορά, σε προειδοποιώ ότι αυτό που αγόρασες είναι πολύ μεγάλη ποσότητα, θα χρησιμοποιήσεις το ένα δέκατο, το υπόλοιπο πάρτο σπίτι, θα σου φτάσει για μια βδομάδα.
Μόνο η ιδέα να τριγυρνάω με μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών στις τσέπες με πανικόβαλε. Εκεί επενέβη η κοινή λογική της γυναίκας μου. Παίρνει τα “σοκολατάκια” και του λέει να μας δώσει τσιγάρα χασίς. Ο πολύ έντιμος υπάλληλος, τα πήρε πίσω, επέστρεψε το ποσό και μας έδωσε δύο τσιγάρα. Επιτέλους λέω, θα δω τι είναι αυτό το χασίς. Κατ’ αρχάς μυρίζει περίεργα, σαν δεντρολίβανο. Δεύτερον, δεν κατάλαβα τίποτε. Τρίτον, για λίγη ώρα αφού τελειώσαμε και φύγαμε απ’ το coffee shop η καρδιά μου χτυπούσε κάπως πιο γρήγορα και ήταν δυσάρεστο. Τέταρτον, είναι σκατά αφού μετά πέφτεις απότομα χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιου είδους ηδονή. Πρώτη και τελευταία φορά. Δεν αξίζει τίποτε, πιστέψτε με.
Οι Ολλανδοί είναι πολύ φιλελεύθεροι άνθρωποι και το βλέπεις παντού. Η χώρα τους είναι ένας παράδεισος πρασίνου, πολιτισμού, ανοχής, ασφάλειας, μετακινήσεων. Έκατσα 12 μέρες και τη γύρισα όλη. Είναι μικρή, ίσαμε Θεσσαλία και Ήπειρο. Οι γέροι Ολλανδοί μαζεύουν σκουπιδάκια από κάτω άμα βρουν κανένα, έτσι από χόμπυ. Άμα διαβάσουν εφημερίδα σου τη δίνουν κι ας μη σ’ έχουν ξαναδεί στη ζωή τους. Στη Χάγη είχα πρόβλημα μ’ ένα παρκόμετρο που δεν καταλάβαινα πώς δουλεύει. Από δίπλα περνούσε μια με δύο παιδιά. Τη ρωτάω. Δεν κατάλαβε τι ήθελα κι έβαλε δικά της λεφτά στο παρκόμετρο. Πήγα να της δώσω πεντάευρο κι έφυγε. Έμεινα μετέωρος με τα 5 ευρώ στο χέρι. Και σαν κι αυτή, άπειρες φάσεις ανθρωπιάς. Στα τρένα οι άνθρωποι μιλάνε εγκάρδια, πιάνουν κουβέντα. Όταν έλεγα πως ήμουν έλληνας, κάναν μια μικρή παύση κι ένα αδιόρατο χαμόγελο σχηματιζόταν. Κάποτε θα το βάφτιζα σαρκασμό χωρίς δεύτερη σκέψη. Τώρα δεν είμαι τόσο βιαστικός. Δεν μπόρεσα όμως να το ερμηνεύσω.
Απ’ το Άμστερνταμ κατέβηκα με τη μία Βενετία. 20 ώρες οδήγησης. Το φχαριστήθηκα. Η γυναίκα μου κοιμόταν και ξυπνούσε κάθε φορά σε άλλη χώρα. Αλλά κάπου το παράκανα. Δεν με πρόδωσε το μυαλό. Αυτό δεν κοιμήθηκε ούτε μια στιγμή, τόσο δεν χόρταινα οδήγηση. Με πρόδωσαν οι βολβοί των ματιών. Μετά από τόσες ώρες νοιώθεις σαν να προσπαθείς να ανοίξεις τα μάτια κάτω από βρώμικο θαλασσινό νερό. Μια – δυο φορές που δεν μπόρεσα να τα ανοίξω για πάνω από δύο δεύτερα λόγω πόνου, έπεσα πάνω στη λευκή διαχωριστική λωρίδα που είναι κατασκευασμένη έτσι ώστε να κάνουν θόρυβο τα λάστιχα. Αυτό σε πανικοβάλλει και πονάς δεν πονάς τα ανοίγεις.
Σταμάτησα ξημέρωμα στο τελευταίο Autogrill είκοσι χιλιόμετρα έξω απ’ τη Βενετία. Διαπέρασα νύχτα όλη την βόρειο Ιταλία με έργα παντού. Αυτοί στα οδικά έργα τους έχουν φωτορυθμικά που με διασκέδαζαν. Πολλά έργα σ’ όλη την Ευρώπη λόγω κρίσης να δίνουν δουλειά στον κόσμο.
Γύρισα αργά Αύγουστο από Ηγουμενίτσα. Η Εγνατία είναι ωραίος Ευρωπαϊκός δρόμος. Επανήλθα στην πραγματικότητα στο πρώτο μποτιλιάρισμα στην Ε.Ο. έξω απ’ τη Βαρυμπόμπη.
Η Ευρώπη είναι κοντά. Πηγαίνετε να δείτε πως ζει ο κόσμος. Και μετά στήστε τους πολιτικούς στο τοίχο απαιτώντας ένα καλύτερο αύριο.